ντελιασμένος -η -ο

0
23

εξοργισμένος, θυμωμένος από κάποια στέρηση όπως νερού φαγητού, ερωτικής διάθεσης ζώων κλπ. Συνήθεις φράσεις: Άμε να ποτίσεις τα έχνη, γιατί είναι ντελιασμένα από τη δίψα. Ή: Να πας αργά την αίγα στο τράγο, γιατί είναι ντελιασμένη η κακομοίρα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here