κομάγρα (η)

0
45

ατονία, αδυναμία, κούραση. Συνήθης φράση: Έχω μνιά κομάγρα, που δε μπορώ να σύρω τα πόδια μου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here