κωλοβοσέρνω, κωλοσέρνω, βολοσέρνω

0
33

τραβολογώ από πίσω μου κάτι, σύροντας το στο έδαφος. Συνήθεις φράσεις: Μη βοσέρνεις παιδί μου τα βαστάγια τω παπουτσώ σου, γιατί θα τα πατήσεις και θα πέσεις. Ή: Μη κολοβοσέρνεις το σακί, γιατί θα τρυπήσει και θα χυθούνε οι πατάτες

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here