γούρνα (η)

0
82

πέτρινο σκαλιστό δοχείο ή πήλινο που βάζουν τροφή (στερεά ή υγρή) για τα ζώα, δοχείο νερού ζώων, μικρή λιμνούλα νερού, το πλυσταριό που πλένονται τα ρούχα. Συνήθεις φράσεις: Άνοιξε το λάστιχο να γεμίσεις τσι γούρνες των ορνιθώ. (τα δοχεία) Ή: Επαέ το νερό του ποταμού κάνει γούρνα και γέμισε τσί κανίστρες. (κάνει λακκούβα) Ή: Ζέστανε στο τσικάλι νερό και ρίξε το στη γούρνα να πλύνω δύο τρία ρούχα (στο πλυσταριό)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here