φουσκί (το)

0
24

το τούρλωμα των οπισθίων (στήνω φουσκί = σκύβω πολύ και προεξέχουν τα οπίσθιά μου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here