χναράφτης, αχναράφτης (ο)

0
18

ο έχων μεγάλα αφτιά σαν χνάρια (χνάρι = το ένα φύλλο του παστού μπακαλιάρου), ανυπάκουος, κουφιοκέφαλος, ο ακούων αλλά είναι αδιάφορος. Συνήθης φράση: Έπιασε ο χναράφτης και πήγε στο καφενείο και δεν επήγε στη δουλειά που τον ήπεψα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here