0

ψίκι (το)

0

ψιμάρνι (το)

0

ψιμοκαιριάζω

0

ψιμολιδιάζω

0

ψιμολίδιασμα (το)

0

ψιμόνερο (το)

0

ψιμυθευτός -η -ο

0

ψιμύθια (τα)

0

ψιχαλίδα (η)

0

ψιψιρίζω

0

ψύ, ψή (η)