ασκλελιά (η)

0
27

Α. η ασκελιά, ένα βήμα όσο το άνοιγμα των ποδιών. Β. σκελίδα. Συνήθεις φράσεις: Εγώ θυμούμαι πως το σύνορο ήτονε μια ασκελιά από τη χαρουπιά. Ή: Κόψε δύο ασκελιές σκόρδο και ρίξε το στη φακή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here