αποκαρώνω

0
41

Α. τα κακαρώνω. Β. με παίρνει ο ύπνος εκεί που κάθομαι και κλείνω τα μάτια λόγω νύστας. Συνήθης φράση: Είδες η μάνα σου; Επολυκουράστηκε όλη μέρα και ισα με να φάει δεν ε πρόλαβε να χωνέψει και εποκάρωσε κι όλας εκειά που κάθεται (εκοιμήθηκε στη καρέκλα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here