απογέρνω, πογέρνω, ποκολεύγω

0
35

απομακρύνομαι, φεύγω μακριά. Μτφ. αποδυναμώνομαι, φεύγω από αυτή τη ζωή. Συνήθεις φράσεις: Αγλάκα να πας να του πάς τη βούγια που ξέχασε γιατί επόγειρε αυτός (απομακρύνθηκε). Ή: Πάει ο μακαρίτης ο καπετάνιος, αυτός επόγειρε εδά και τρία χρόνια (πέθανε)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here